Κάταγμα οστού: τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Κάταγμα οστού ονομάζεται το σπάσιμο ενός οστού. Το οστό μπορεί να υποστεί ένα απλό ράγισμα (ρωγμώδες κάταγμα), ένα πλήρες κάταγμα με παρεκτόπιση των οστικών τμημάτων, αλλά χωρίς συντριβή ή ένα πλήρες κάταγμα με παρεκτόπιση και συντριβή των τμημάτων του.

Το οστό είναι ζωντανός ιστός, με πλούσια αιμάτωση και μεταβολική δραστηριότητα. Παρότι φαινομενικά είναι άκαμπτο, το οστό διαθέτει ελαστικότητα, με την οποία απορροφά κραδασμούς και αντιστέκεται σε δυνάμεις κάμψης. Θα μπορούσαμε να το συγκρίνουμε με το χλωρό καλάμι, το οποίο ανθίσταται περισσότερο σε δυνάμεις θραύσης, συγκριτικά με το ξερό άκαμπτο καλάμι. Ωστόσο, αν εφαρμοσθεί μεγαλύτερη δύναμη από την αντοχή του οστού, τότε αυτό θα σπάσει και θα συμβεί το κάταγμα.

Η σοβαρότητα ενός κατάγματος συνήθως εξαρτάται από τη δύναμη που προκάλεσε το σπάσιμο. Εάν η αντοχή του οστού έχει ξεπεραστεί μόνο ελαφρώς, τότε το οστό μπορεί να σπάσει χωρίς σημαντική παρεκτόπιση. Εάν η δύναμη είναι πολύ μεγαλύτερη, όπως σε ένα τροχαίο ατύχημα ή μια πτώση από μεγάλο ύψος, τότε το οστό μπορεί να θρυμματιστεί.

Εάν το οστό σπάσει κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα οστικά τεμάχια να διαπεράσουν το δέρμα, ή όταν η εξωτερική βία προκαλέσει σχίσιμο στο δέρμα και σπάσει και το κόκκαλο, τότε το κάταγμα καλείται «ανοικτό». Αυτό σημαίνει ότι το σπασμένο οστό επικοινωνεί με το εξωτερικό περιβάλλον, καθιστώντας τον τραυματισμό σοβαρό, λόγω του κινδύνου ανάπτυξης μόλυνσης (λοίμωξης) στο οστό.

Οι συνήθεις τύποι καταγμάτων περιλαμβάνουν:

  • Σταθερό κάταγμα: Τα σπασμένα άκρα του οστού παραμένουν στη θέση τους (ή με ελάχιστη, ασήμαντη παρεκτόπιση). Το κάταγμα αυτό συνήθως δεν κινδυνεύει να παρεκτοπιστεί περαιτέρω.
  • Παρεκτοπισμένο κάταγμα: Τα σπασμένα άκρα του οστού έχουν σημαντική παρεκτόπιση, η οποία χρειάζεται κάποιας μορφής ανάταξη (με κλειστές ή με ανοικτές χειρουργικές τεχνικές).
  • Συντριπτικό κάταγμα: Τα σπασμένα άκρα του οστού εμφανίζουν μικρότερα πολλαπλά θραύσματα, τα οποία το καθιστούν ασταθές και δυσχεραίνουν τις κλειστές μορφές ανάταξης.
  • Ανοιχτό, σύνθετο κάταγμα: Το δέρμα μπορεί να τρυπηθεί εκ των έσω από τα οστά ή εκ των έξω από τη βία που προκαλεί το κάταγμα. Ανάλογα με το μέγεθος της βλάβης του δέρματος και των μαλακών μορίων, το ανοικτό κάταγμα ταξινομείται σε κατηγορίες (ταξινόμηση Gustillo-Anderson και ταξινόμηση Tscherne), σύμφωνα με τις οποίες κατευθύνεται η αντιμετώπιση. Το ανοικτό κάταγμα είναι από τις επείγουσες καταστάσεις της Ορθοπαιδικής-Τραυματιολογίας.
  • Εγκάρσιο κάταγμα: Σε αυτόν τον τύπο, η γραμμή του κατάγματος σχηματίζει γωνία 90 μοιρών με τον άξονα του οστού.
  • Λοξό κάταγμα: Η γραμμή του κατάγματος εμφανίζει γωνία. Μικρότερη των 90 μοιρών με τον άξονα του οστού.
  • Σπειροειδές κάταγμα: Η γραμμή του κατάγματος είναι μεν λοξή, αλλά εμφανίζει μια ελικοειδή πορεία.
  • Συντριπτικό κάταγμα: Σε αυτό το είδος, το οστό θρυμματίζεται σε τρία ή περισσότερα κομμάτια.

 

Κάταγμα οστού: τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Τύποι καταγμάτων: Α. Ρωγμώδες εγκάρσιο, Β. Παρεκτοπισμένο, C. Ανοικτό, D. Λοξό και Ε. Συντριπτικό

 

Αιτία πρόκλησης κατάγματος

Οι πιο συνηθισμένες αιτίες των καταγμάτων είναι:

  • Τραύμα: Μια πτώση, ένα τροχαίο ατύχημα, ή κάκωση κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων μπορεί να οδηγήσει σε κάταγμα.
  • Οστεοπόρωση: Αυτή η σιωπηλή μεταβολική πάθηση αποδυναμώνει τα οστά και τα καθιστά πιο ευάλωτα στο να σπάσουν.
  • Υπέρχρηση/καταπόνηση: Η επαναλαμβανόμενη κίνηση και καταπόνηση μπορεί να κουράσει τους μυς και να ασκήσει μεγαλύτερη δύναμη στα οστά. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση καταγμάτων κοπώσεως. Τα κατάγματα κοπώσεως είναι πιο συνηθισμένα στους αθλητές.
  • Μεταβολικά νοσήματα (ραχίτιδα, αβιταμίνωση D),
  • Γενετικά νοσήματα, που επηρεάζουν την ανάπτυξη του οστού, όπως η ατελής οστεογένεση. 

Κάταγμα οστού: Συμπτώματα 

Συνήθως όταν συμβεί ένα κάταγμα, η τραυματισμένη περιοχή πονάει πολύ. Το σκέλος (χέρι, πόδι) πρήζεται και είναι δύσκολο να μετακινηθεί. Ειδικά στο κάτω άκρο, υπάρχει δυσκολία, ή αδυναμία στη βάδιση. Άλλα συχνά συμπτώματα είναι:

  • Οίδημα (πρήξιμο) στο σημείο του κατάγματος,
  • Εκχύμωση (μελανιά) στη γύρω περιοχή. Αυτό το σημάδι μπορεί να χρειαστεί μερικές ώρες για να εμφανιστεί.
  • Παραμόρφωση. Ένα άκρο μπορεί να φαίνεται «περίεργα» λυγισμένο, ή ένα μέρος του οστού μπορεί να διατρυπήσει το δέρμα και να προβάλει προς τα έξω.
  • Ήπια συμπτώματα. Υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες ένα κάταγμα μπορεί να είναι «σιωπηλό», χωρίς πολλά συμπτώματα. Μπορεί να συμβεί ένα σπονδυλικό κάταγμα σε ασθενή με οστεοπόρωση, χωρίς άσκηση μεγάλης βίας. Επίσης μπορεί να είναι ένα ράγισμα στον καρπό, ή στην ποδοκνημική («αστράγαλο»), το οποίο στην αρχή να δώσει την εντύπωση ενός απλού διαστρέμματος, ή μιας θλάσης. Η προσεκτική εξέταση του Ιατρού και η εμπειρία του θα το αποκαλύψουν.

Κάταγμα πηχεοκαρπικής με παρεκτόπιση, παραμάορφωση και οίδημα. Στο ένθετο η αντίστοιχη ακτινογραφία

 

Κάταγμα οστού: Διάγνωση 

Ο Ιατρός με προσεκτική κλινική εξέταση και εκτίμηση του μηχανισμού κάκωσης, θα θέσει την υποψία του κατάγματος (ενός ή περισσοτέρων) και θα εκτιμήσει και τη σοβαρότητα του τραυματισμού.

Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με κατάλληλο απεικονιστικό έλεγχο. Αυτός περιλαμβάνει απλές ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία με ανασυνθέσεις εικόνων και 3D και σε ειδικές μόνο περιπτώσεις (πχ κατάγματα σκαφοειδούς) διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας.

 

Κάταγμα οστού: τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Α. Κάταγμα αγκώνα (ωλεκράνου), Β. Κάταγμα ισχίου,     C. Κάταγμα ποδοκνημικής, D. Κάταγμα κνήμης, E. Το ίδιο κάταγμα σε 3D αξονική

 

Κάταγμα οστού: Εντόπιση

Θεωρητικά, οποιοδήποτε οστό μπορεί να υποστεί κάταγμα. Ένα κάταγμα εμφανίζεται συχνότερα σε κάποιες ανατομικές περιοχές, όπως ισχίο, ώμο, καρπό και ποδοκνημική, ενώ σε άλλες περιοχές σπανιότερα, όπως λεκάνη, πλευρά, στέρνο. Κατά ανατομική περιοχή έχουμε τα ακόλουθα κατάγματα:

Κάταγμα οστού: Πώς αντιμετωπίζεται;

  1. Κλειστή ανάταξη και ακινητοποίηση.
    Σε ορισμένα κατάγματα ενδείκνυται η διενέργεια κλειστών χειρισμών, που θα οδηγήσουν στην ανάταξη του οστού. Αυτό σημαίνει τοποθέτηση του οστού στην ανατομική του θέση, χωρίς τη χρήση χειρουργικής επέμβασης. Ακολουθεί εφαρμογή νάρθηκα ακινητοποίησης (του γνωστού μας «γύψου»). Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μπορεί ο γύψος να αντικατασταθεί με λειτουργικούς νάρθηκες, που επιτρέπουν γρηγορότερη, αλλά ασφαλή, κινητοποίηση του σκέλους. Αναλόγως του κατάγματος και της εντόπισής του, ο γύψος η ο νάρθηκας διατηρούνται από 4 έως 12 εβδομάδες.
  2. Εφαρμογή έλξης.
    Είναι ουσιαστικά παλαιότερη μέθοδος, που τείνει να εγκαταλειφθεί. Ακόμα και σήμερα, όμως έχει σημεία εφαρμογής, όπως για παράδειγμα σε μικρά παιδιά και πολύ πιο σπάνια σε ενήλικες. Με έλξη μπορεί να αντιμετωπιστεί ένα κάταγμα μηριαίου, σε ένα μικρό παιδί (έως 4-5 ετών, επειδή κολλάει πολύ γρήγορα), ή σε ένα απαρεκτόπιστο κάταγμα κοτύλης σε έναν ενήλικα, προς αποφυγήν πολύπλοκης και επικίνδυνης χειρουργικής επέμβασης.

  3. Εξωτερική σταθεροποίηση (οστεοσύνθεση)
    Με τη μέθοδο αυτή το κάταγμα ανατάσσεται στο χειρουργείο και σταθεροποιείται στη θέση του με μια εξωτερική συσκευή. Η μέθοδος αυτή μπορεί να είναι προσωρινή (damage control σε πολυτραυματία-πολυκαταγματία, αλλαγή σε εσωτερική οστεοσύνθεση αργότερα), ή μόνιμη, έως ότου πωρωθεί (κολλήσει) το κάταγμα.

  4. Ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση
    Με τη χειρουργική αυτή μέθοδο, τα οστικά τμήματα επανατοποθετούνται (ανατάσσονται) στην ανατομική τους θέση στη συνέχεια συγκρατούνται μαζί με ειδικές πλάκες και βίδες που τοποθετούνται επάνω στο οστό. Τα οστικά τεμάχια μπορούν επίσης να συγκρατηθούν ισχυρά στη θέση τους με είσοδο ειδικών ράβδων (ήλων) μέσα στον αυλό (μυελό) του οστού, μέθοδο γνωστή ως ενδομυελική ήλωση.

  5. Κλειστή ανάταξη και ενδομυελική ήλωση.
    Σε ορισμένους τύπους καταγμάτων (διάφυση και μετάφυση μακρών αυλοειδών οστών), ενδείκνυται η κλειστή ανάταξη με κατάλληλους χειρισμούς και η σταθεροποίηση (οστεοσύνθεση) του κατάγματος με ενδομυελικούς ήλους, δηλαδή ράβδους που τοποθετούνται στο μυελό του οστού. Η μέθοδος αυτή παρέχει εξαιρετικά αποτελέσματα, εάν εφαρμοσθεί σωστά, διότι δε διαταράσσει τους βιολογικούς παράγοντες που προάγουν την πώρωση (την επούλωση) του κατάγματος.
Κάταγμα οστού: τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Μέθοδοι αντιμετώπισης κατάγματος: A. Κλειστή ανάταξη και εφαρμογή γύψου, Β. Έλξη, C. Εξωτερική οστεοσύνθεση D. Εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες, Ε. Εσωτερική οστεοσύνθεση με Ενδομυελικό Ήλο.

 

Αποκατάσταση κατάγματος

Τα κατάγματα χρειάζονται αρκετές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες για να θεραπευτούν, ανάλογα με την έκταση του τραυματισμού και το πόσο σωστά εφαρμόζεται η θεραπεία. Ο πόνος συνήθως σταματά πολύ γρήγορα, προτού το κάταγμα πωρωθεί. Ο συχνός ακτινολογικός έλεγχος, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ιατρού, θα κατευθύνουν τη σταδιακή επιστροφή στις δραστηριότητες.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι λογικό να ατροφήσουν οι μυς στην τραυματισμένη περιοχή, καθώς και να συμβεί κάποιου βαθμού δυσκαμψία (αγκύλωση) σε γειτονικές αρθρώσεις. Συγκεκριμένες ασκήσεις θα βοηθήσουν στην ανάκτηση της κανονικής μυϊκής δύναμης και της φυσιολογικής κίνησης της άρθρωσης.

Κάταγμα οστού: Επιπλοκές

Είναι πολύ σημαντική η ορθή διάγνωση και η εφαρμογή της ενδεικνυόμενης μεθόδου, για την αποφυγή επιπλοκών. Οι συχνότερες επιπλοκές που μπορεί να συμβούν είναι:

  • Ψευδάρθρωση κατάγματος (να μην κολλήσει το κάταγμα),
  • Πώρωση σε πλημμελή θέση (όταν το οστό κολλήσει στραβά), με συνέπεια βράχυνση του οστού, γωνίωση, ή και στροφική παραμόρφωση,
  • Λοίμωξη (επιπλοκή χειρουργικής επέμβασης, ή ανοικτού κατάγματος),
  • Δυσκαμψία γειτονικών αρθρώσεων.

Κάταγμα οστού: Πρόληψη

Η σωστή διατροφή και η άσκηση μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη κάποιων καταγμάτων. Μια δίαιτα πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D θα ενισχύσει την αντοχή των οστών. Η σωματική άσκηση βοηθά επίσης να κρατήσει τα οστά ισχυρά.

Στα προληπτικά μέτρα είναι οπωσδήποτε:

  • η συνετή οδήγηση,
  • η εφαρμογή κανόνων ασφαλείας σε επαγγέλματα με υψηλό κίνδυνο πτώσεων (πχ οικοδομές) και
  • γενικά ο περιορισμός επικίνδυνων και ακραίων δραστηριοτήτων.