Κατάγματα σκαφοειδούς: Διαδερμική οστεοσύνθεση

Το κάταγμα σκαφοειδούς του χεριού (υπάρχει σκαφοειδές και στο πόδι) αποτελεί έναν τραυματισμό με απρόβλεπτες εξελίξεις. Η γρήγορη διάγνωση αλλά και η σωστή αντιμετώπισή του είναι απαραίτητα για να αποφευχθούν δυσάρεστες επιπλοκές. Η διαδερμική οστεοσύνθεση στα κατάγματα σκαφοειδούς αποτελούν την τελευταία λέξη στην αντιμετώπιση. 

Το σκαφοειδές του χεριού (υπάρχει και στο πόδι, αλλά εδώ θα αναφερθούμε μόνο στο σκαφοειδές του χεριού) είναι ένα από τα 8 οστάρια που έχουμε στον καρπό μας. Τα οστάρια αυτά είναι διατεταγμένα σε 2 σειρές-στίχους, τον εγγύς και τον άπω. Το σκαφοειδές έχει την ιδιαιτερότητα να ανήκει και στους 2 στίχους, γεγονός που το καθιστά πολύτιμο και αναντικατάστατο στη λειτουργία του καρπού.

Κάταγμα σκαφοειδούς


                                                             Ακτινογραφία υγιούς σκαφοειδούς (λευκό βέλος)

 

Συχνότητα κατάγματος σκαφοειδούς

Το κάταγμα σκαφοειδούς είναι με διαφορά το συχνότερο ανάμεσα στα οστάρια του καρπού (90%) Αποτελεί περίπου το 5% των καταγμάτων ολόκληρου του σκελετού. Συνήθως, οφείλεται σε βίαιη υπερέκταση του καρπού. Συμβαίνει κατά την πτώση στο έδαφος και τη στήριξη στο πάσχον χέρι με την παλάμη (επόμενη εικόνα). Μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία, είναι όμως πολύ πιο συχνό σε ηλικίες μεταξύ 20 και 30 ετών.

 

Κάταγμα σκαφοειδούς

Α. Μηχανισμός κάκωσης με πρόκληση κατάγματος σκαφοειδούς, Β. Ακτινογραφία κατάγματος σκαφοειδούς (κύκλος)

 

Κατάγματα σκαφοειδούς: κλινική εικόνα

Μετά τον τραυματισμό, το κάταγμα εκδηλώνεται με πόνο και οίδημα (πρήξιμο) στην κερκιδική πλευρά της πηχεοκαρπικής, στην περιοχή κοντά στη βάση του αντίχειρα. Η κάκωση αναγνωρίζεται από το σημείο της έντονης ευαισθησίας στη χαρακτηριστική περιοχή της «ανατομική ταμβακοθήκης» (επόμενη εικόνα). Οι κινήσεις του καρπού, ακόμα και οι πιο απλές, είναι επώδυνες και προδίδουν μια τραυματισμένη άρθρωση.

 

Κατάγματα σκαφοειδούς

“Ανατομική ταμβακοθήκη”, το σημείο εντόπισης του πόνου σε κάταγμα σκαφοειδούς

 

Κατάγματα σκαφοειδούς: Διάγνωση

Η απλή ακτινογραφία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη (επόμενη εικόνα αριστερά). Σε κάποιες περιπτώσεις, το κάταγμα σκαφοειδούς δεν είναι πάντα ορατό σε μια απλή ακτινογραφία. χρειάζεται υψηλός δείκτης υποψίας, για να μη διαφύγει μια τόσο σοβαρή κάκωση. Παλαιότερα χρήσιμο ήταν το σπινθηρογράφημα οστών. Σήμερα όμως, όταν υπάρχει κλινική υποψία, διενεργείται έλεγχος με αξονική ή μαγνητική τομογραφία (επόμενη εικόνα Β και C). Οι εξετάσεις αυτές θέτουν οριστικά τη διάγνωση.

 

Κάταγμα σκαφοειδούς

Κάταγμα Σκαφοειδούς: Α. ακτινογραφία, Β. αξονική τομογραφία, C. μαγνητική τομογραφία

 

Αιμάτωση του σκαφοειδούς

Το σκαφοειδές οστό εμφανίζει μια «ιδιορρυθμία» σχετικά με την αιμάτωσή του. Οι αγγειακοί κλάδοι που το αιματώνουν, εισέρχονται σε αυτό από την περιφέρειά του. Επομένως το αιματώνουν ανάστροφα, δηλαδή από τον περιφερικό πόλο προς τον εγγύς. Έτσι, η παρουσία κατάγματος στο οστό, διαταράσσει την αιμάτωση του κεντρικού του τμήματος. Επίσης, λόγω της παρουσίας χόνδρου στο 80% της επιφανείας του οστού, η πώρωση ενός κατάγματος γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. 

 

Κατάγματα σκαφοειδούς: Αντιμετώπιση 

Οι 2 παραπάνω λόγοι δημιουργούν πάντα προβληματισμούς σχετικά με την ορθή αντιμετώπιση ενός κατάγματος σκαφοειδούς. Ως επί το πλείστον, σημαντικά κριτήρια για την αντιμετώπιση είναι τα εξής:

  • το σημείο εντόπισης του κατάγματος,
  • αν είναι απλό ή συντριπτικό και
  • αν υπάρχει μικρή ή μεγάλη παρεκτόπιση.

Η συντηρητική αντιμετώπιση έχει θέση στα ακόλουθα:

  • ρωγμώδη κατάγματα,
  • αποσπαστικά κατάγματα
  • απαρεκτόπιστα κατάγματα του περιφερικού πόλου (περιφερικού άκρου) ή της μεσότητας του σκαφοειδούς.

Στη συντηρητική αντιμετώπιση τοποθετείται ειδικός γύψος «σκαφοειδούς» (επόμενη εικόνα). Ο γύψος αυτός πρέπει να ακινητοποιεί και τον αντίχειρα. Εφαρμόζεται για τουλάχιστον 6 εβδομάδες. Στη συνέχεια, ανάλογα με την πορεία πώρωσης του κατάγματος, μπορεί και να διατηρηθεί έως και 12 εβδομάδες (3 μήνες!). Παράλληλα, γίνεται τακτικός κλινικός και ακτινολογικός έλεγχος της πώρωσης του κατάγματος.

 

Συντηρητική αντιμετώπιση

Γύψος σκαφοειδούς (περιλαμβάνει και τον αντίχειρα)

 

Χειρουργική αντιμετώπιση κατάγματος σκαφοειδούς

Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει διεθνώς μια στροφή προς τη χειρουργική θεραπεία. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: Αφ’ενός το μεγάλο ποσοστό ψευδαρθρώσεων του σκαφοειδούς (δηλαδή να μην κολλήσει το κάταγμα). Αφ’ετέρου, τα πολύ καλά υλικά οστεοσύνθεσης, σε σχέση με το παρελθόν. Επίσης, μας βοήθησε η απόκτηση εμπειρίας από την κλειστή διαδερμική τεχνική οστεοσύνθεσης. Με αυτή την τεχνική τοποθετείται η συμπιεστική βίδα που θα σταθεροποιήσει το σκαφοειδές. Τεράστιο πλεονέκτημα είναι η εντελώς ατραυματική μέθοδος, που αυξάνει κατά πολύ τα ποσοστά πώρωσης του κατάγματος (επόμενη εικόνα).

Η διαδερμική οστεοσύνθεση, ιδιαίτερα αγαπητή στον Δρ Β.Κ.Φωτόπουλο από την πολυετή εργασία του στη Γερμανία, γίνεται δια μέσου μιας οπής δέρματος, μεγέθους 2mm, δια της οποίας, υπό συνεχή ακτινοσκοπικό έλεγχο, προωθείται οδηγός-βελόνα με ακρίβεια στη σωστή θέση. Ακολουθεί τοποθέτηση της ειδικής αυλοφόρου βίδας πάνω από τον οδηγό.

Η διαδερμική οστεοσύνθεση  δεν γίνεται για κοσμητικούς λόγους. Η τεράστια συμβολή της έγκειται στο ότι αποφεύγουμε να ανοίξουμε την άρθρωση και να αφαιρέσουμε άθελά μας την όποια ελάχιστη αιμάτωση έχει διατηρήσει το σκαφοειδές. Έτσι, η διαδερμική οστεοσύνθεση είναι βιολογική, σέβεται τους πέριξ του οστού ιστούς και αυξάνει κατά πολύ τις πιθανότητες να κολλήσει το κάταγμα (επόμενη εικόνα).

Οστεοσύνθεση κατάγματος σκαφοειδούς

Α. Κάταγμα σκαφοειδούς (βέλος). Β. Πλήρης πώρωση του κατάγματος 3 μήνες μετά από διαδερμική οστεοσύνθεση

Κάταγμα Σκαφοειδούς

Τεχνική της διαδερμικής οστεοσύνθεσης σκαφοειδούς.

 

Συντριπτικά κατάγματα σκαφοειδούς

Τα συντριπτικά κατάγματα, τα κατάγματα με μεγάλη παρεκτόπιση και τα κατάγματα του εγγύς πόλου του σκαφοειδούς αντιμετωπίζονται εξαρχής χειρουργικά. Η χειρουργική θεραπεία συνίσταται στην ανοικτή ανάταξη και οστεοσύνθεση (ανακατασκευή) του κατάγματος, με ειδικό κοχλία (βίδα), που προκαλεί συμπίεση και σταθεροποίηση του κατάγματος. Με τον τρόπο αυτό, το κάταγμα σκαφοειδούς αποκαθίσταται ανατομικά και αποφεύγονται μελλοντικές καταστροφικές για την άρθρωση επιπλοκές (αρθρίτιδα πηχεοκαρπικής). Επιπλέον, σε περιπτώσεις μεγάλης οστικής συντριβής, απαιτείται λήψη μοσχεύματος από τον ίδιο τον ασθενή και τοποθέτησή του στην περιοχή του κατάγματος. Το μόσχευμα λαμβάνεται από το χέρι (κερκίδα) ή τη λεκάνη (λαγόνιο) του ίδιου του ασθενούς και βοηθάει στην αποκατάσταση του μήκους και της μορφολογίας του οστού. Μετεγχειρητικά, ο ασθενής χρειάζεται νάρθηκα σκαφοειδούς για 6-8 εβδομάδες.

Συμπερασματικά, τα κατάγματα σκαφοειδούς αποτελούν πρόκληση για τον Ορθοπαιδικό χειρουργό. Είναι κατάγματα με απρόβλεπτη εξέλιξη, για το λόγο αυτό αφ’ ενός απαιτείται πολύ υψηλός δείκτης υποψίας για να μη διαφύγουν στην αρχική διάγνωση, αφ΄ετέρου πολλή καλή γνώση των χαρακτήρων του κατάγματος, ώστε να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία. Οι διαδερμικές τεχνικές, τις οποίες επιτελεί επιτυχώς ο Β.Κ.Φωτόπουλος, έχουν προσφέρει (εκεί που έχουν ένδειξη) σαφώς καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με την απλή ακινητοποίηση με γύψο τις δύο τελευταίες δεκαετίες και σε σχέση με τις (τραυματικές) ανοικτές τεχνικές. Απαιτούν όμως μεγάλη εμπειρία από τον Ορθοπαιδικό, ώστε να προσφέρουν αυτό που πραγματικά υπόσχονται.

 

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα άρθρα:

 

επικοινωνία