Κότσι του ράφτη

Τι είναι το «κότσι του ράφτη»; 
Το κότσι του ράφτη, που ονομάζεται στην αγγλική βιβλιογραφία ως tailor’s bunion, ή bunionette (μικρό κότσι) είναι μια παραμόρφωση που δημιουργεί προεξοχή του πέμπτου μεταταρσίου οστού στη βάση του μικρού δακτύλου στο πόδι. Το κότσι του ράφτη δεν είναι τόσο συνηθισμένο όσο το γνωστό κότσι (στο μεγάλο δάκτυλο), αλλά έχει παρόμοια συμπτώματα και αιτίες.

 

 

Γιατί ονομάζεται «κότσι του ράφτη»;
Η παραμόρφωση πήρε το όνομά της πριν από αιώνες, όταν οι ράφτες στο μεσαίωνα κάθονταν σταυροπόδι όλη την ημέρα με την εξωτερική άκρη των ποδιών τους να τρίβεται στο έδαφος. Αυτή η συνεχής τριβή οδηγούσε σε μια επώδυνη διόγκωση στη βάση του μικρού δάχτυλου.

Αιτίες για το «κότσι του ράφτη»
Συχνή αιτία για το «κότσι του ράφτη» είναι η κληρονομικότητα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πέμπτο μετατάρσιο αρχίζει να προεξέχει προς τα έξω, ενώ το μικρό δάκτυλο κινείται προς τα μέσα. Αυτή η μετατόπιση δημιουργεί ένα συνεχή τραυματισμό του εξωτερικού τμήματος του ποδιού στο παπούτσι, με αποτέλεσμα την εμφάνιση επώδυνου κάλου.
Άλλη αιτία είναι η μακροχρόνια χρήση στενών και ακατάλληλων υποδημάτων.

Συμπτώματα από το «κότσι του ράφτη»
Τα συμπτώματα από το «κότσι του ράφτη» περιλαμβάνουν ερυθρότητα, οίδημα και πόνο στο σημείο της διόγκωσης. Αυτά εμφανίζονται κυρίως με τη χρήση κλειστών υποδημάτων που ερεθίζουν τους μαλακούς ιστούς κάτω από το δέρμα και προκαλούν φλεγμονή.

Διάγνωση για «κότσι του ράφτη»
Το «κότσι του ράφτη» είναι εύκολο στη διάγνωση, καθώς η προεξοχή είναι οπτικά φανερή. Οι ακτινογραφίες είναι απαραίτητες για την αποκάλυψη της αιτίας, αλλά και το σχεδιασμό της θεραπείας, συντηρητικής ή χειρουργικής.

Θεραπεία για το«κότσι του ράφτη»
Η θεραπεία για το «κότσι του ράφτη» αρχίζει συνήθως με συντηρητική αγωγή. Σε αυτή ανήκουν:

  • Χρήση άνετων, ή ανοιχτών υποδημάτων.
  • Χρήση μαλακού υλικού εσωτερικά στην περιοχή της παραμόρφωσης
  • Χρήση ειδικών πάτων που αποφορτίζουν το σημείο αυτό
  • Λήψη αναλγητικών και μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), για καταπολέμηση της φλεγμονής (για σύντομο χρονικό διάστημα).
  • Παγοθεραπεία (με προσοχή να μην εφαρμοσθεί απευθείας στο γυμνό δέρμα).
  • Τοπικές ενέσεις κορτικοστεροειδούς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προσωρινή ύφεση της φλεγμονής.

 

Πότε χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για το «κότσι του ράφτη»;
Η χειρουργική επέμβαση συνιστάται όταν ο πόνος συνεχίζεται παρά τη συντηρητική αντιμετώπιση. Η επιλογή της επέμβασης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως:

  • Αιτία της παραμόρφωσης
  • Ακτινολογική παραμόρφωση
  • Ηλικία του ασθενούς,
  • Επίπεδο δραστηριότητας 
  • Άλλοι παράγοντες.

Η επέμβαση μπορεί να σχεδιαστεί έτσι ώστε να διορθωθούν και άλλες παραμορφώσεις του ποδιού, όπως βλαισός μεγάλος δάκτυλος («κότσι»), σφυροδακτυλία, crossover toe κ.α.

 

 

Πώς γίνεται η επέμβαση για «κότσι του ράφτη»
Η επέμβαση πραγματοποιείται με τοπική ή περιοχική αναισθησία (από τον αστράγαλο και κάτω). Ο ασθενής δε χρειάζεται γενική αναισθησία και δε χρειάζεται νοσηλεία. Δύο ώρες μετά την επέμβαση μπορεί να εξέλθει του νοσοκομείου βαδίζοντας με ειδικό υπόδημα.
Η διάρκεια της περιόδου αποθεραπείας ποικίλλει ανάλογα με το είδος της επέμβασης που απαιτείται και συνήθως διαρκεί από 2 έως 4 βδομάδες.

Ο Δρ Β.Κ.Φωτόπουλος, διαθέτει μεγάλη εμπειρία στη χειρουργική διόρθωση της παραμόρφωσης αυτής, καθώς και των συνδυασμών με άλλες παραμορφώσεις του άκρου ποδός, έχοντας επιτελέσει μεγάλο αριθμό χειρουργικών επεμβάσεων, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελλάδα. Χρησιμοποιεί σύγχρονες, αναίμακτες τεχνικές ελάχιστης παρεμβατικότητας, που εξασφαλίζουν άριστο τελικό αποτέλεσμα με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση του ασθενούς. Επιπλέον, κάθε ασθενής και κάθε πόδι αντιμετωπίζεται εξατομικευμένα, με την επέμβαση που ενδείκνυται επακριβώς.
Σχεδόν το σύνολο των επεμβάσεων για το «κότσι του ράφτη» εκτελούνται από τον Δρ Β.Κ.Φωτόπουλο υπό περιοχική αναισθησία που καταλαμβάνει μόνο το πόδι κάτω από τον αστράγαλο. Ο ασθενής περπατάει λίγη ώρα μετά την επέμβαση και δε χρειάζεται να νοσηλευτεί, οπότε εξέρχεται αυθημερόν του νοσοκομείου.
Ο χρόνος αποθεραπείας είναι συνήθως 2 με 4 εβδομάδες και εξαρτάται από τον τύπο της χειρουργικής επέμβασης.