Το διάστρεμμα ποδοκνημικής άρθρωσης είναι μια συχνή, αλλά όχι αθώα κάκωση. Είναι από τις συχνότερες κακώσεις του ανθρωπίνου σώματος. Ανήκει στις κακώσεις της ποδοκνημικής (του “αστραγάλου”, όπως συνήθως αποκαλείται). Η αυξανόμενη ενασχόληση με αθλητικές δραστηριότητες έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε αύξηση των κακώσεων της ποδοκνημικής άρθρωσης.
Συνήθως, η κάκωση αυτή περιορίζεται σε τραυματισμό μόνο των συνδέσμων, των στοιχείων, δηλαδή, που σταθεροποιούν τα οστά μεταξύ τους. Σπανιότερα, συνυπάρχει και κάταγμα, οπότε πρόκειται για πιο σύνθετη κάκωση. Υπολογίζεται ότι το 60% των αθλητών θα υποστούν τουλάχιστον μία φορά διάστρεμμα της ποδοκνημικής.
Όμως, παρά την υψηλή συχνότητα αυτού του τραυματισμού, πολύ συχνά η αντιμετώπιση δεν είναι η ενδεικνυόμενη. Ο λόγος είναι ότι ο τραυματισμός υποτιμάται, τόσο από τους ασθενείς, όσο και από το ιατρικό προσωπικό. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές η μακροχρόνια ταλαιπωρία του τραυματία.
Το διάστρεμμα της ποδοκνημικής προκαλείται συνήθως όταν ο άκρος πόδας υποστεί βίαιη στροφή προς τα μέσα ή προς τα έξω. Συμβαίνει συχνά κατά τον αθλητισμό (μπάσκετ, ποδόσφαιρο), ή κατά το στραβοπάτημα σε σκάλα ή σε κάποιο πεζοδρόμιο (επόμενη εικόνα).
Ανάλογα με τη βαρύτητά τους τα διαστρέμματα ταξινομούνται σε 3 κατηγορίες:
Η κλινική εικόνα ποικίλλει ανάλογα με τη βαρύτητα της κάκωσης και το χρονικό διάστημα που πέρασε από τον τραυματισμό. Η πιο απλή περίπτωση διαστρέμματος είναι να «γυρίσει» το πόδι ελαφρά κατά το περπάτημα. Εάν ο τραυματισμός είναι ελαφρύς, ο πάσχων συνεχίζει τη δραστηριότητά του, με ελαφρά ενοχλήματα.
Στα διαστρέμματα 2ου βαθμού συνήθως ο τραυματίας είναι ικανός να βαδίσει για λίγα μέτρα με πόνο. Τις επόμενες ώρες συνήθως τα συμπτώματα (πόνος, πρήξιμο) χειροτερεύουν και ζητάει ιατρική βοήθεια. Στις βαρύτερες περιπτώσεις (3ου βαθμού) ο τραυματίας είναι αδύνατο να περπατήσει αμέσως μετά την κάκωση. Η κλινική εικόνα συνοδεύεται από έντονο πόνο, οίδημα (πρήξιμο), αιμάτωμα και αδυναμία κίνησης της άρθρωσης.
Τυπική εικόνα διαστρέμματος 2ου βαθμού, με οίδημα και εκχύμωση μαλακών μορίων.
Τα διαστρέμματα 1ου βαθμού είναι πολύ ελαφρά και συνήθως δεν καταλήγουν στον Ορθοπαιδικό. Στις σοβαρότερες κακώσεις 2ου βαθμού και οπωσδήποτε στα διαστρέμματα 3ου βαθμού απαιτείται ακτινολογικός έλεγχος. Πρέπει να γίνεται για τον αποκλεισμό καταγμάτων, ή για τον εντοπισμό οστεοχόνδρινων καταγμάτων (επόμενη εικόνα). Συνήθως, διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας δεν είναι απαραίτητη από την αρχή, εκτός εάν αντιμετωπίζουμε αθλητή επαγγελματικού επιπέδου. Στην ψηλάφηση υπάρχει έντονη ευαισθησία στην κατανομή του τραυματισμένου συνδέσμου.
Οστεοχόνδρινο κάταγμα (σε κύκλο) μετά από διάστρεμμα
Η αρχική αντιμετώπιση την ώρα του τραυματισμού είναι πολύ σημαντική για τη θεραπεία και το τελικό αποτέλεσμα. Στα διαστρέμματα 1ου βαθμού συνήθως επαρκεί:
Στα διαστρέμματα 2ου βαθμού χρειάζεται περισσότερη προσοχή.
Στα βαρύτερα διαστρέμματα (3ου βαθμού) χρειάζεται επιπροσθέτως:
Νάρθηκας ακινητοποίησης ποδοκνημικής (“ορθοπαιδική μπότα”)
Ευαισθησία και κάποιες ακαθόριστες ενοχλήσεις στην ποδοκνημική μπορεί να υπάρχουν για αρκετούς μήνες, ακόμα και ένα χρόνο, μετά από βαρύ διάστρεμμα.
Τη δεκαετία του 1980 υπήρξε μια τάση να αντιμετωπίζονται χειρουργικά τα διαστρέμματα 3ου βαθμού, με ανοικτή συρραφή των τραυματισμένων συνδέσμων. Απεδείχθη με εργασίες ότι η χειρουργική θεραπεία δεν υπερτερούσε έναντι της συντηρητικής. Γι’αυτό, περιορίστηκε μόνο σε πολύ σπάνιες ενδείξεις.
Παρά την ορθή αντιμετώπιση, ο αθλητής μπορεί να συνεχίζει να πονάει έντονα, ακόμα και μετά από διάστημα 2-3 μηνών . Εάν δεν έχει προηγηθεί έλεγχος με μαγνητική τομογραφία, τότε αυτός είναι επιβεβλημένος. Μπορεί να αναδειχθεί οστεοχόνδρινο κάταγμα. Αυτό είναι μικρό τεμάχιο οστού με χόνδρο, που έχει αποσπασθεί κατά τον τραυματισμό, συνήθως από τον αστράγαλο. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται διενέργεια αρθροσκόπησης της ποδοκνημικής. είναι η επέμβαση που γίνεται μέσα από δύο οπές δέρματος με χρήση κάμερας (αρθροσκοπίου). Έτσι, είτε αφαιρείται το τεμαχίδιο, είτε επανακαθηλώνεται, εάν αυτό είναι δυνατό.
Υποτροπιάζοντα, ή πλημμελώς αντιμετωπισθέντα βαριά διαστρέμματα ποδοκνημικής μπορεί να οδηγήσουν σε αστάθεια της άρθρωσης. Το αποτέλεσμα είναι ο ασθενής να μη μπορεί να βαδίσει χωρίς να του γυρίζει το πόδι, ακόμα και σε ίσιο έδαφος. Στις περιπτώσεις αυτές συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή, διότι ενδέχεται να χρειαστεί χειρουργική αντιμετώπιση για ανακατασκευή των συνδέσμων και ανάκτηση της σταθερότητας της άρθρωσης.
Συμπερασματικά, τα διαστρέμματα της ποδοκνημικής είναι ο πιο συχνός τραυματισμός του αθλούμενου πληθυσμού. Η σωστή κλινική εκτίμηση και η εξατομικευμένη θεραπεία (συνήθως συντηρητική) εξασφαλίζουν γρήγορη επάνοδο στις αθλητικές δραστηριότητες και άριστο λειτουργικό αποτέλεσμα.
Ο Δρ Β.Κ.Φωτόπουλος διαθέτει μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση κακώσεων της ποδοκνημικής. Έχοντας εργαστεί σε μεγάλα τραυματολογικά Νοσοκομεία της Ελλάδας και της Γερμανίας, έχει επιτελέσει πληθώρα επεμβάσεων και έχει αντιμετωπίσει μεγάλο αριθμό ασθενών. Η συνεργασία του με κορυφαία αναισθησιολογική ομάδα, εγγυάται άριστο λειτουργικό αποτέλεσμα, ανώδυνα και πολύ γρήγορα. Εάν πάσχετε από διάστρεμμα ποδοκνημικής, κλείστε αμέσως το ραντεβού σας με τον Ορθοπαιδικό Χειρουργό Δρ Β.Κ.Φωτόπουλο.
Μπορείτε να ενημερωθείτε, διαβάζοντας τα ακόλουθα ενδιαφέροντα άρθρα:
Το διάστρεμμα 1ου βαθμού αποτελεί μια ελαφριά κάκωση και διάταση των συνδέσμων. Αντιθέτως, τα διαστρέμματα 2ου και 3ου βαθμού είναι πολύ πιο σοβαρά. Πιο συγκεκριμένα, ένα διάστρεμμα 2ου βαθμού αφορά τη μερική ρήξη των συνδέσμων, ενώ το διάστρεμμα 3ου βαθμού περιλαμβάνει τη πλήρη ρήξη ενός ή και περισσότερων συνδέσμων.
Το διάστρεμμα της ποδοκνημικής συμβαίνει όταν το πόδι έχει υποστεί βίαιη στροφή είτε προς τα μέσα, είτε προς τα έξω. Συνήθως, προκαλείται κατά τη διάρκεια μιας αθλητικής δραστηριότητας π.χ. μπάσκετ.
Σε ένα διάστρεμμα 1ου βαθμού, ο ασθενής εμφανίζει κάποια μικρά ενοχλήματα. Στο διάστρεμμα 2ου βαθμού πέρα από τον πόνο, η πάσχουσα περιοχή πρήζεται. Τέλος, στο διάστρεμμα 3ου βαθμού, ο ασθενής πέρα από τα παραπάνω δυσκολεύεται ακόμα και να περπατήσει.
Εκτός από την κλινική εξέταση, απαιτείται και η λήψη απεικονιστικών εξετάσεων ώστε να αποκλειστούν άλλες κακώσεις π.χ. κάταγμα.
Το διάστρεμμα 1ου βαθμού αντιμετωπίζεται με συντηρητική θεραπεία π.χ. παγοθεραπεία, επίδεση και ανάπαυση. Στο διάστρεμμα 2ου βαθμού συνιστάται η τοποθέτηση νάρθηκα ακινητοποίησης, η ανάρροπη θέση και οι φυσικοθεραπείες. Τέλος, στο διάστρεμμα 3ου βαθμού απαιτείται η χρήση κηδεμόνα ακινητοποίησης σε συνδυασμό με πατερίτσες, φυσικοθεραπείες και ασκήσεις ενδυνάμωσης. Σε σπάνιες περιπτώσεις, συνιστάται η χειρουργική αντιμετώπιση και πραγματοποιείται μέσω αρθροσκόπησης.