Τενοντοπάθεια επιγονατιδικού

ΕΝΟΤΗΤΕΣ

    Η τενοντίτιδα (ή σωστότερα τενοντοπάθεια) του επιγονατιδικού τένοντα αποτελεί έναν από τους συχνότερους τραυματισμούς των αθλητών. Συμβαίνει συχνότερα σε άλτες του στίβου, δρομείς, μπασκετμπολίστες, βολλεϋμπολίστες και ποδοσφαιριστές. Στη διεθνή βιβλιογραφία απαντάται με τον όρο “Jumper’s knee“.

    Ο επιγονατιδικός τένοντας συνδέει την επιγονατίδα με το άνω μέρος της κνήμης, στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος. Αποτελεί τη συνέχεια του τετρακεφάλου και είναι βασικός κρίκος στον εκτατικό μηχανισμό του γόνατος.

    Τενοντοπάθεια επιγονατιδικού

    Αίτια της τενοντοπάθειας επιγονατιδικού

    Η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού ανήκει στα σύνδρομα υπέρχρησης. Επομένως, η συνηθέστερη αιτία είναι η υπέρχρηση, αλλά μπορεί να είναι και η λανθασμένη τεχνική. Η πάθηση εκδηλώνεται με προοδευτικό πόνο και τοπική ευαισθησία του επιγονατιδικού τένοντα.

    Μπορεί να εκδηλώνεται από την απλή βάδιση, μέχρι και την έντονη γυμναστική. Μπορεί δε να οδηγήσει σε λειτουργικό περιορισμό του ασθενούς-αθλητή ή σε σοβαρές περιπτώσεις, σε ρήξη του επιγονατιδικού τένοντα.

    Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι:

    • το αυξημένο σωματικό βάρος,
    • η άθληση σε σκληρές επιφάνειες,
    • η κατακόρυφη εκτίναξη (άλμα),
    • η υπερβολική άσκηση και
    • οι ανελαστικοί μύες (οπίσθιοι μηριαίοι και τετρακέφαλος).

    Η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού οφείλεται σε επαναλαμβανόμενο μικροτραυματισμό του τένοντα. Αυτός ο τραυματισμός συμβαίνει σε αθλήματα, κατά τα οποία υπάρχει απότομη σύσπαση του τετρακεφάλου και τέντωμα του γόνατος. Η επαναλαμβανόμενη καταπόνηση οδηγεί σε μικροτραυματισμούς του τένοντα και σε μικρορρήξεις (μικροσχισίματα) κατά μήκος των ινών του.

    Σε μικροκυτταρικό επίπεδο συμβαίνει μερική αποκόλληση ή ρήξη των κολλαγόνων ινών του τένοντα. Εντοπίζεται συχνότερα στα σημεία πρόσφυσης του τένοντα στην επιγονατίδα και στην κνήμη (κνημιαίο κύρτωμα). Ως παθολογική οντότητα περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1973 στη διεθνή βιβλιογραφία.

    Η πάθηση μπορεί να προσβάλλει και τα δύο γόνατα, ή μόνο το ένα. Στην πρώτη περίπτωση προσβάλλει εξίσου συχνά άνδρες και γυναίκες. Στην περίπτωση προσβολής του ενός γόνατος, η συχνότητα είναι διπλάσια στους άνδρες.

     

    Σταδιοποίηση της τενοντοπάθειας επιγονατιδικού

    Ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων, διακρίνονται 4 στάδια της πάθησης:

    • 1ου βαθμού: άλγος μετά την άσκηση
    • 2ου βαθμού: άλγος κατά το τέλος της άσκησης
    • 3ου βαθμού: άλγος στην αρχή και στο τέλος της άσκησης
    • 4ου βαθμού: άλγος καθ’όλη τη διάρκεια της άσκησης

     

    Διάγνωση της τενοντοπάθειας επιγονατιδικού

    Η διάγνωση τίθεται κυρίως με την κλινική εξέταση, κατά την οποία διαπιστώνεται ευαισθησία στην ψηλάφηση του τένοντα, ενώ μπορεί να παρατηρείται τοπικά διόγκωση. Οι απλές ακτινογραφίες δίνουν σημαντικές πληροφορίες. Η επιβεβαίωση της πάθησης γίνεται με το υπερηχογράφημα ή τη μαγνητική τομογραφία. Σε αυτές τις εξετάσεις απεικονίζεται η διαταραχή των ινών του τένοντα.

     

    Τενοντοπάθεια επιγονατιδικού

     

    Θεραπεία της τενοντοπάθειας επιγονατιδικού

    Η συντηρητική θεραπεία αποτελεί το βασικό άξονα της αντιμετώπισης. Στα αρχικά στάδια συνιστάται:

    • περιορισμός των δραστηριοτήτων, 
    • παγοθεραπεία (20 λεπτά, 3-4 φορές ημερησίως),
    • λήψη ενός αντιφλεγμονώδους παράγοντα για λίγες ημέρες. 
    • Επί υποτροπής, ή επιμονής των συμπτωμάτων συνιστάται φυσικοθεραπεία με διατάσεις, Laser (Hilterapia) και κρουστικούς υπερήχους τελευταίας γενιάς (Piezo-wave therapy).

    Τα τελευταία χρόνια έχει χρησιμοποιηθεί η έγχυση αυξητικών παραγόντων με τη μορφή τοπικής ένεσης PRP (Platelet-rich Plasma, πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια) στον τένοντα. Το πλάσμα αυτό λαμβάνεται από απλή αιμοληψία 20-30cc αίματος από τον ασθενή, φυγοκέντρηση σε ειδικό μηχάνημα για 10-15 λεπτά και λήψη 3cc πλάσματος πλουσίου σε αιμοπετάλια.

    Εν συνεχεία γίνεται έγχυση του πλάσματος αυτού στον προσβεβλημένο τένοντα, με εντόπιση στο σημείο που πάσχει περισσότερο. Οι αυξητικοί παράγοντες που περιέχονται στα αιμοπετάλια είναι αυτοί που πιθανά βοηθούν στην αναγέννηση του τραυματισμένου τένοντα.

    Η τεχνική αυτή κερδίζει όλο και περισσότερα πεδία εφαρμογής, όπως η τενοντοπάθεια υπερακανθίου στον ώμο και η τενοντοπάθεια του αχιλλείου τένοντα. Ακολουθεί μια περίοδος 3-4 εβδομάδων αποθεραπείας με συγκεκριμένο πρόγραμμα κινησιοθεραπείας και ενδυνάμωσης, κατά το οποίο η συνεργασία ιατρού και φυσικοθεραπευτή είναι απαραίτητη. Την τελευταία 2ετία υπήρξαν όμως στη διεθνή βιβλιογραφία σημαντικές εργασίες που αμφισβητούν την αξία της μεθόδου.

    Όταν αποτύχουν όλα τα συντηρητικά μέσα και η πάθηση αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στην αθλητική δραστηριότητα, τότε συνιστάται η χειρουργική επέμβαση. Αυτή συνίσταται σε διάνοιξη του τένοντα, καθαρισμό και αφαίρεση των εκφυλισμένων ινών και επανακαθήλωση του τένοντα. Ακολουθεί φυσικά συγκεκριμένη αποκατάσταση, που συνήθως διαρκεί μήνες, μέχρι την επιστροφή σε αθλητικές δραστηριότητες.

    Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού είναι μια επώδυνη, επίμονη και επίπονη πάθηση που αφορά κυρίως αθλητές με άλματα και η οποία συχνά περιορίζει τις επιδόσεις του αθλητή. Οι υποτροπές είναι συχνές και όχι σπάνια οδηγούν τον αθλητή σε πρώιμη διακοπή. Η τεχνική της έγχυσης αυξητικών παραγόντων, σε συνδυασμό με την κατάλληλη φυσικοθεραπεία είναι σήμερα μια πολλά υποσχόμενη μέθοδος θεραπείας.